fbpx
X

Η ιστορία πίσω από τον μύλο των ξωτικών.

Ο Μύλος Ματσόπουλου, κατασκευάστηκε το 1884, από τους αδελφούς Αγαθοκλή και είναι ο πρώτος κυλινδρόμυλος που χτίστηκε στην Ελλάδα και ο μεγαλύτερος των Βαλκανίων. Σήμερα αποτελεί ιστορικό-βιομηχανικό πάρκο και είναι ο πολιτιστικός “πνεύμονας” της πόλης των Τρικάλων.

Συγκεκριμένα έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο, η απόφαση αναφέρει: “Χαρακτηρίζουμε ως ιστορικό διατηρητέο το κτιριακό συγκρότημα “Μύλος Ματσόπουλου”, Νομού Τρικάλων – Επαρχίας Τρικάλων – Δήμου Τρικκαίων, Θέση Τρίκαλα, με τα βοηθητικά κτίσματα, το μανδρότοιχο και με τον περιβάλλοντα χώρο του στα όρια της ιδιοκτησίας, γιατί αποτελεί αξιόλογο δείγμα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, όπως αυτή διαμορφώθηκε τον περασμένο αιώνα στον Ελλαδικό χώρο, απαραίτητο για τη μελέτη της ιστορίας της Αρχιτεκτονικής“, Ν. 1469/50.

Πρόκειται για ένα μεγάλο κτιριακό συγκρότημα 3.500 τμ, στο κέντρο μιας έκτασης 90 στρεμμάτων, με τον κεντρικό νερόμυλο να πλαισιώνεται περιμετρικά από τα βοηθητικά προκτίσματα δημιουργώντας στο εσωτερικό του κλειστό περίβολο. Όλα τα κτίρια του συγκροτήματος είναι λιθόκτιστα και στεγασμένα με ξύλινες κεραμοσκεπές, ενώ στις λιθοδομές τους γίνεται ευρεία χρήση πλίνθων σε ποικίλους συνδυασμούς. Οι διαστάσεις του είναι 37μ. x 17μ.  και αποτελείται από τρεις ορόφους, η δε ιδιαιτερότητα του βρίσκεται όχι μόνο στο μέγεθος του αλλά και στις εσωτερικές εγκαταστάσεις που είναι όλες ξύλινες

Η κινητήρια δύναμη του Μύλου στηριζόταν στο νερό του Αγιαμονιώτη ποταμού, ,το οποίο με ένα σύστημα φραγμάτων οδηγούνταν στη φτερωτή την οποία έθετε σε λειτουργία.  Ο νερόμυλος ήταν ένας λιθόκτιστος ορθογώνιος χώρος με πατάρι για τη διανυκτέρευση του μυλωνά και της οικογενειάς του,όταν δεν υπήρχε άλλο γειτονικό κτίριο για τη στέγαση τοy.  Στην μια άκρη του υπάρχει ο αλεστικός μηχανισμός ενώ στην άλλη περίμεναν οι πελάτες , γίνονταν οι συναλλαγές και η αποθήκευση. Κάτω από τον αλεστικό μηχανισμό,  υπάρχει ένας μικρός χώρος – ημιυπόγειος  “η χούχουρη ή το ζωριό”, όπου είναι εγκατεστημένος ο κινητικός μηχανισμός (φτερωτή).

Οι μύλοι συνήθως εξυπηρετούσαν τις τοπικές ανάγκες σε αλεύρι και μόνο τα άνυδρα χωριά έστελναν αλλού το άλεσμά τους. Άλεθαν κυρίως κριθάρι και σμιγάδι για το ψωμί και πιο σπάνια σιτάρι, βρόμη και ζωοτροφές. Καλό αλεύρι θεωρούνταν το φτενό δηλαδή το ψιλό. Η αλεστική ικανότητα ενός μύλου, με την απαιτούμενη ποσότητα νερού ,έφτανε τις 100 οκάδες την ώρα , δηλαδή τις 1200 οκάδες την ημέρα, με 12 ώρες δουλειά.

Η διαδικασία της άλεσης ξεκινούσε με την εισαγωγή του σίτου στην πρώτη κυλινδρομηχανή για το πρώτο σπάσιμο, τα προιόντα του σπασίματος οδηγούνταν στις επόμενες κυλινδρομηχανές για νέο σπάσιμο και νέο άλεσμα, μέσω μια επαναληπτικής κατακόρυφης διαδρομής που περιλαμβάνε το κοσκίνισμα και τη διαλογή τους σε πίτυρα, σμιγδάλια και φαρίνα. Μέσα από συνεχή σπασίματα και κοσκίνισμα προέκυπτε το τελικό προιον , η λευκή φαρίνα.

Στο πέρασμα του χρόνου ο μύλος άλλαξε, έγινε ατμοκίνητος και στη συνέχεια ηλεκτροκίνητος. Η καμινάδα κατασκευάστηκε από τον Ματσόπουλο προπολεμικά, γιατί έγινε εγκατάσταση μιας πετρελαιομηχανής για την ενίσχυση του μύλου, επειδή τους καλοκαιρινούς μήνες με την πτώση της παροχής του ποταμού ο μύλος δεν μπορούσε ν’ αποδώσει. Στην αρχή μετά από την αγορά από τους Αφούς Ματσόπουλου το 1930, τοποθετήθηκε υδραυλική τουρμπίνα και κάτω από το υπάρχον ποτάμι μιας και περνά και δεύτερο υπόγειο ρέμα το οποίο στο σημείο αυτό κλείσθηκε με Θηραϊκή γη. Αργότερα το 1938 έγινε και δεύτερη τοποθέτηση υδραυλικής τουρμπίνας.

Το 1941 ο Ιωάννης Ματσόπουλος αγοράζει από την Κτηματική Τράπεζα το μύλο αντί 2.100.000 δρχ και στη δεκαετία του 1950 η παραγωγή του μύλου ανέρχεται σε 36 τόνους το 24ωρο. Την περίοδο αυτή εργάζονται στο μύλο 15 άτομα με ημερομίσθιο 35 δραχμές. Το 1972 ο Ματσόπουλος νοικιάζει τον μύλο αντί 15.000 μηνιαίως στην εταιρεία Κατσιάκου, ο Αθ. Κατσιάκος υπήρξε ο τελευταιός ενοικιαστής του Μύλου ως το 1984, οπότε και σταμάτησε πλέον η λειτουργία του. Τα τελευταία χρόνια δούλευε και με ρεύμα και με νερό και είχε επτά (7) κυλίνδρους, η δε παραγωγή του ήταν 1700 κιλά την ημέρα και το ενοίκιο τα τελευταία χρόνια ήταν 25.000 δρχ. τον μήνα.

 

 

Tags:

Leave a reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.